Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

«Τὸ συντριβάνι», ἕνα ποίημα τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη Ρούκ







ΤΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ

Στὸν μουχλιασμένο κῆπο
ξανακυλάει τ νερὸ
ἀπ' τὸ πέτρινο στόμα τοῦ Ποσειδνα
καὶ τὸ βατράχι ἀήττητο
νέα γενιὰ ἐτοιμάζει.
πάνω σὲ βλοσυρὰ ἀπολιθώματα.
, ναί, τὸ ἴδιο ἀπροσδόκητα
ἡ γλύκα ξεχειλίζει
τὸ συντριβάνι ἀνατέλει
τοὺς νερένιους ἥλιους του ξανὰ
ἐνῶ ἡ ψυχή μου
νυφίτσ' ἀπροετοίμαστη
σκιάζεται στὴ φουντωτὴ μόνη της.
Κι ὅπως τὸ πάρκο ἀνασαλεύει ἀργὰ
κι ἀναγαλιάζουν ο κουκουβάγιες
στὰ σκοτεινὰ γραφεῖα τους
κι ἀκούγονται οἱ πίδακες βροντεροὶ
μέσ' ἀπ' τὶς σιωπηλὲς πέτρες
τῆς κλειστῆς κατοικίας
ἔτσι κι ἡ ἔπαυλη-ζωή μου
ζωντανεύει ξανὰ
ἀπὸ τὰ γάργαρα νερὰ
ποὺ μού 'χυσες στὸ στόμα.

Πηγή

Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἐνάντιος ἔρωτας, ἐκδόσεις Κέδρος, Ἀθήνα, 1982.


Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

κάλαν σελάνναν (...γιὰ τὴν ἔκπαγλη σελήνη)







Ἄστερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν
αἶψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπῃ
        γᾶν [ἐπὶ πᾶσαν]
    ...     ἀργυρία   ...


κι ὁσ’ ἄστρα γύρω βρίσκονται στὴν ἔκπαγλη σελήνη.
παρευθὺς τὸ φωτεινό τους πρόσωπο
κρύβουν κάθε φορὰ ποὺ ἐκείνη,
ὁλόγιομη, καταλάμπει τὴ γῆ
τὴ σκοτεινή ἀνεβαίνοντας
� ἀσημοκαπνισμένη.


            ****


Δέδυκε μὲν ἀ σελάννα καὶ Πληίαδες·
μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ᾽ ἔρχετ᾽ ὤρα·
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω � ἀλγεσίδωρος �
μυθόπλοκος � Ἔρος δ' ἐτίναξέ μοι φρένας
ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.


γρήγορα ἡ ὥρα πέρασε· μεσάνυχτα κοντεύουν·
πάει τὸ φεγγάρι πάει κι ἡ Πούλια βασιλέψανε·
καὶ μόνο ἐγὼ κείτομαι δῶ μονάχη
κι ἔρημη � ὁ Ἔρωτας ποὺ βάσανα μοιράζει
ὁ Ἔρωτας ποὺ παραμύθια πλάθει �
μοῦ ἄρπαξε τὴν ψυχή μου καὶ τὴν τράνταξε
ἴδια καθὼς ἀγέρας ἀπὸ τὰ βουνά
χυμάει μέσα στοὺς δρῦς φυσομανώντας.




Σαπφώ, μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη., ἐκδόσεις Ἰκαρος.
ΦΩΤΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ