Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ ΚΑΙ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ (Marquis de Sade and homosexuality)


Αντί προλόγου
Θα σας προσφέρω κάποιες μεγάλες αλήθειες· θα ακουστούν· θα γίνουν αντικείμενα σκέψεις· κι αν όλες δεν αρκέσουν, τουλάχιστο θα γίνουν αντικείμενο σκέψης· κι αν όλες δεν αρέσουν, τουλάχιστον θα μείνουν μερικές, θα έχω κι εγώ συνεισφέρει κάτι στην πρόοδο της γνώσης και θα είμαι ευχαριστημένος.
Μαρκήσιος ντε Σαντ, 1795, Η φιλοσοφία στο Μπουντουάρ

Σημαίνει ότι δεν αγαπάμε τους ανθρώπους αν τους κρύβουμε τόσο βασικές αλήθειες, όποια κι αν είναι τα αποτελέσματά τους
Μαρκήσιος ντε Σαντ, 1795, Ιουστίνη

Δεν είναι οι γνώμες ή τα βίτσια των ιδιωτών που βλάπτουν το κράτος· τα ήθη των πολιτικών είναι αυτά που το βλάπτουν.
Μαρκήσιος ντε Σαντ, απόσπασμα από γράμμα του

Έχει εξάλλου αποδειχθεί ότι αυτό που μας αρέσει όταν γαμάμε είναι η φρίκη, η βρωμιά, το αποτρόπαιο πράγμα. Η ομορφιά είναι το απλό πράγμα, η ασχήμια είναι το ασυνήθιστο πράγμα και όλες οι ζωηρές φαντασίες προτιμούν αναμφίβολα πάντα το ασυνήθιστο από το απλό πράγμα.
Όλα αυτά τα πράγματα εξαρτώνται από τη διαμόρφωσή μας, από τα όργανά μας, από τον τρόπο με τον οποίο τα όργανά μας αυτά χρησιμοποιούνται και δεν είμαστε εμείς αυτοί που τα ορίζουμε ώστε να μπορούμε να αλλάξουμε τις προτιμήσεις μας, όπως δεν ορίζουμε και δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη μορφή του σώματός μας.
Μαρκήσιος ντε Σαντ, 1780 Εκατόν είκοσι μέρες στα Σόδομα
 
Bad Boys of the Marquis de Sade. Photo by BIRON. Copyright Biron
Μαρκήσιος ντε Σαντ και ομοφυλοφιλία
[...] Υπάρχει κι ένας ακόμα τρόπος για να πραγματώσει την παθητικότητά του: στη Μασσαλία ο Σαντ «πηδιέται» από τον υπηρέτη του Λατούρ, ο οποίος φαίνεται πολύ συνηθισμένος να του προφέρει αυτού του είδους τις υπηρεσίες· οι ήρωές του τον μιμούνται πεισματικά· και ο ίδιος διακήρυξε δημόσια, με πιο έντονους όρους απ’ ό,τι εγώ αναφέρω, ότι το μάξιμουμ της απόλαυσης πετυχαίνεται στο συνδυασμό ενεργητικής και παθητικής ομοφυλοφιλίας. Για καμιάν άλλη διαστροφή δε μιλάει τόσο συχνά, ούτε με τόση ευχαρίστηση και με τόση μάλιστα παθιασμένη ορμή.
Σε όποιον αρέσκεται να κολλάει στα άτομα εντελώς καθορισμένες ταμπέλες, αμέσως, δημιουργούνται δύο ερωτήματα: ήταν λοιπόν ο Σαντ ομοφυλόφιλος; Μήπως κατά βάθος ήταν μαζοχιστής. Όσον αναφορά την ομοφυλοφιλία του, το φυσικό παρουσιαστικό του, ο ρόλος που έβαζε τους υπηρέτες του να παίζουν, η παρουσία στην Ακτή του ωραίου αγράμματου γραμματέα, η τεράστια σημασία την οποία στα γραπτά του ο Σαντ αποδίδει σ’ αυτού του είδους την επιθυμία και το πάθος με το οποίο την υποστηρίζει, όλο βεβαιώνουν ότι αποτελεί μια από τις βασικότερες πλευρές της σεξουαλικότητάς του. Σίγουρα οι γυναίκες έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή του, όπως και στο έργο του· γνώρισε πάρα πολλές κοπέλες, είχε δεσμό με την Μποβουαζέν και με άλλες μαιτρέσσες μικρότερης γι’ αυτόν σημασίας, αποπλάνησε την κουνιάδα του, μάζεψε νεαρές γυναίκες και κοριτσάκια στον πύργο της Ακτής, χαριεντιζόταν με τη δεσποινίδα Ρουσσέ και τελείωσε τη ζωή του στο πλευρό της κυρίας Κενσέ· χωρίς να αναφερθούμε στα δεσμά που τον ενώνουν με την κυρία Σαντ, τα οποία του είχε μεν επιβάλει η κοινωνία, αλλά ο ίδιος είχε αναπλάσει με το δικό του τρόπο. Αλλά τι είδους ήταν οι σχέσεις του μ' αυτές τις γυναίκες. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις δύο μοναδικές μαρτυρίες που υπάρχουν για τη σεξουαλική δραστηριότητά του δε βλέπουμε το Σαντ να «ήρθε σε επαφή» φυσιολογικά με τις συντρόφισσές του· στην περίπτωση της Ροζ Κέλερ, ικανοποιήθηκε μαστιγώνοντάς την, δεν την άγγιξε· στο κορίτσι της Μασσαλίας πρότεινε «να έρθει σε επαφή από πίσω» με τον υπηρέτη του ή αν δε θέλει μ’ εκείνον· καθώς αυτή αρνήθηκε, αρκέστηκε σε μερικά χάδια, ενώ «τον πηδούσε» ο Λατούρ. Οι ήρωές του διασκεδάζουν πολύ διακορεύοντας κοριτσάκια: αυτή η αιματηρή και βέβηλη βιαιότητα διεγείρει τη φαντασία του Σαντ· αλλά ακόμα και όταν καταφέρνουν μια παρθένα, συνήθως προτιμούν να τη μεταχειριστούν σαν αγόρι παρά να κάνουν το αίμα της να τρέξει· αρκετοί από τους ήρωες του Σαντ αισθάνονται βαθιά αποστροφή για το «μπροστινό» των γυναικών· άλλοι είναι πιο εκλεκτικοί· αλλά οι προτιμήσεις τους είναι ξεκάθαρες· ο Σαντ ποτέ δεν εξύμνησε αυτό το τμήμα του γυναικείου σώματος που τόσο χαρούμενα εγκωμιάζουν οι Χίλιες και μια νύχτες αντίθετα, μόνο περιφρόνηση εκδηλώνει για τους κακομοίρηδες τους θυλυκωτούς που έρχονται σε επαφή με τη γυναίκα τους με φυσιολογικό τρόπο· είδαμε μέσα σε ποιες συνθήκες έκανε παιδιά ο Σαντ· και με τις περίεργες παρτούζες που γίνονταν στην Ακτή, ποιος μπορεί να αποδείξει ότι ήταν αυτός που γκάστρωσε τη Νανόν; 
 
Από τις 100 γκραβούρες του 1797 που εικονογραφούν το βιβλίο του Σαντ: Η νέα Ιουστίνη ή Τα παθήματα της αρετής.
Βέβαια δε θα έπρεπε να αποδώσουμε στο Σαντ σαν δικές του τις απόψεις που εκφράζουν στα μυθιστορήματά του οι ειδικευμένοι παιδεραστές· αλλά το επιχείρημα που βάζει στο στόμα του επισκόπου στο Ημέρες των Σοδόμων είναι αρκετά κοντινό του ώστε να μπορούμε να το θεωρήσουμε σαν ομολογία· ο επίσκοπος λέει για την ικανοποίηση: Το αγόρι αξίζει περισσότερο από ένα κορίτσι· εξετάστε το από τη σκοπιά του κακού που αποτελεί σχεδόν πάντα την πραγματική έλξη της ικανοποίησης· το έγκλημα θα σας φανεί μεγαλύτερο όταν αφορά ένα άτομο ακριβώς του ίδιου είδους με σας παρά κάποιο διαφορετικό και απ’ τη στιγμή αυτήν η ηδονή διπλασιάζεται. Όσο κι αν ο Σαντ γράφει στην κυρία ντε Σαντ ότι το μοναδικό λάθος του ήταν ότι αγάπησε πολύ τις γυναίκες, εδώ έχουμε επίσημο και υποκριτικό γράμμα· και η ουτοπική διαλεκτική του είναι αυτή που τον κάνει να τις παραχωρεί στα βιβλία του τους πιο θριαμβευτικούς ρόλους: η κακία σ’ αυτές δημιουργεί μια γοητευτική αντίθεση με την παραδοσιακή γλυκύτητα του φύλου τους· όταν μέσα από το έγκλημα κατορθώνουν να ξεπεράσουν τη φυσική ταπεινότητά τους, αποδεικνύουν πιο ξεκάθαρα από έναν άντρα ότι καμιά κατάσταση δε θα μπορούσε να εμποδίσει την ορμή μιας τολμηρής ψυχής· αλλά αν στη φαντασία τους γίνονται οι πιο θαυμάσιοι τύραννοι, αυτό συμβαίνει γιατί στην πραγματικότητα είναι γεννημένες θύματα: δουλοπρεπείς, κλαψιάρες, απατεώνισσες, παθητικές· η περιφρόνηση και η απέχθεια που στην πραγματικότητα ο Σαντ ένιωθε γι' αυτές διαπερνά όλο το έργο του. Μήπως μέσα από τις γυναίκες μισούσε τη μητέρα του; Θα μπορούσε επίσης κανείς να αναρωτηθεί μήπως ο Σαντ μισεί αυτό το φύλο γιατί σ' αυτό βλέπει όχι το συμπλήρωμά του, αλλά το είδωλό του κι έτσι δεν μπορεί τίποτα να πάρει απ' αυτό· οι μεγάλες κακούργες των έργων του Σαντ έχουν περισσότερη ζεστασιά και ζωή από τους ήρωές του, όχι μόνο για αισθητικούς λόγους αλλά γιατί είναι πιο κοντινές σ' αυτόν.
 
Από τις 100 γκραβούρες του 1797 που εικονογραφούν το βιβλίο του Σαντ: Η νέα Ιουστίνη ή Τα παθήματα της αρετής.
Δεν πιστεύω καθόλου ότι περιγράφει τον εαυτό του σ' αυτό το πρόβατο την Ιουστίνα, όπως έχουν ισχυριστεί ορισμένοι· αλλά σίγουρα μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε στην Ιουλιέτα που έχει την ίδια μεταχείριση με την αδελφή της, υπομένοντάς την με περιφάνεια και ευχαρίστηση. Ο Σαντ αισθάνεται γυναίκα και τα βάζει με τις γυναίκες επειδή δεν είναι το αρσενικό που επιθυμεί: την πιο σπουδαία και την πιο περίεργη απ' όλες, την Ντυράν, την εξοπλίζει με μια γιγάντια κλειτορίδα που τις επιτρέπει να συμπεριφέρεται σεξουαλικά σαν άντρας.
Είναι αδύνατο να προσδιορίσουμε σε πιο μέτρο οι γυναίκες υπήρξαν για το Σαντ κάτι άλλο από υποκατάστατα ή παιχνίδια· αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι η σεξουαλικότητά του είναι βασικά πρωκτική. Η προσήλωση του Σαντ στο χρήμα το βεβαιώνει· οι ιστορίες επινόησης τεχνασμάτων για να ωφεληθεί από κληρονομιές έπαιξαν τεράστιο ρόλο στη ζωή του· η κλεψιά εμφανίζεται στο έργο του σαν σεξουαλική πράξη η επίκληση της οποίας αρκεί για αν προκαλέσει τον οργασμό. Αυτό που τον χαρακτηρίζει ιδιαίτερα είναι είναι η ένταση μιας θέλησης για πραγμάτωση της ηδονικής σάρκας χωρίς αυτό να σημαίνει εγκατάλειψη σ' αυτήν. Στη Μασσαλία βάζει να τον μαστιγώσουν, αλλά κατά διαστήματα ορμά προς την καμινάδα και χαράσσει με μαχαίρι πάνω στο σωλήνα τον αριθμό των χτυπημάτων που δέχτηκε με τον τρόπο αυτό η ταπείνωση μετατρέπεται άμεσα σε καυχησιολογία· όταν «τον πηδάει» κάποιος άντρας, συνήθως αυτός μαστιγώνει μια κοπέλα· αυτή είναι μια από τις αγαπημένες του φαντασιώσεις: όταν τον χτυπούν και του «βάζουν», να χτυπάει ταυτόχρονα και αυτός και να «βάζει» σ' ένα υποταγμένο θύμα. [...]
Από τις 100 γκραβούρες του 1797 που εικονογραφούν το βιβλίο του Σαντ: Η νέα Ιουστίνη ή Τα παθήματα της αρετής.
Οι ακολασίες τις οποίες ο Σαντ φέρνει στο προσκήνιο περισσότερο καλύπτουν συστηματικά τις ανατομικές δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος παρά ανακαλύπτουν ιδιόμορφα συγκινησιακά συμπλέγματα. Όπως, παρόλο ότι δεν κατάφερε να τις καλύψει με μιαν αισθητική πραγματικότητα, ο Σαντ μάντεψε σεξουαλικές στάσεις που κανείς μέχρι τότε δεν τις είχε υποψιαστεί, πιο συγκεκριμένα αυτήν που συνδυάζει: μίσος της μητέρας – ανικανότητα – εγκεφαλικότητα – παθητική ομοφυλοφιλία – απανθρωπιά. Κανείς άλλος δεν τόνισε με τόσο θάρρος τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στη φαντασία και σ' αυτό που ονομάζουμε βίτσιο· και σε ορισμένες στιγμές μας οδηγεί στην ανακάλυψη ότι η σεξουαλικότητα του ατόμου συνδέεται με τα βαθιά πιστεύω του. Πρέπει λοιπόν να τον θαυμάζουμε σαν πραγματικό νεωτεριστή στον τομέα της ψυχολογίας; Δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε. Σ' έναν πρωτοπόρο αναγνωρίζουμε πάντα υπερβολική ή καθόλου αξία· πως να μετρήσουμε την αξία μιας αλήθειας που, σύμφωνα με την ορολογία του Χέγκελ, δεν είναι γίγνεσθαί; Μια ιδέα αποκτά την αξία της από την εμπειρία που συνοψίζει και από τη μέθοδο που εγκαινιάζει· αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το κύρος μιας διατύπωσης που, αν και μας γοητεύει η πρωτοτυπία της, καμιά επαλήθευση δε μας επιβεβαιώνει· θα μπούμε στον πειρασμό είτε να τη μεγεθύνουμε, με όλη τη σημασία με την οποία εκ των υστέρων έχει εμπλουτιστεί, είτε, αντίθετα, να ελαχιστοποιήσουμε το ήδη δεδομένο της αποτέλεσμα. Έτσι μπροστά στο Σαντ ο αμερόληπτος αναγνώστης διστάζει συχνά στο γύρισμα μιας σελίδας συναντά μια απρόσμενη φράση που μοιάζει να ανοίγει παρθένους δρόμους: αλλά αμέσως η σκέψη στενεύει· αντί για τη ζωντανή και ιδιόμορφη φωνή δεν ακούει κανείς πια παρά την κοινότυπη φλυαρία του Λόλμπαχ και του Λαμετρί. Για παράδειγμα, είναι αξιοσημείωτο ότι το 1795 στο Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ, ο Σαντ γράφει: Η επίτευξη της ηδονής είναι ένα πάθος που ομολογώ ότι υποτάσσει όλα τα άλλα· αλλά ταυτόχρονα τα συγκεντρώνει. Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου όχι μόνο προαισθάνεται αυτό που αργότερα ονομάστηκε «πανσεξουαλισμός» του Φρόιντ, αλλά παρουσιάζει τον ερωτισμό σαν το πρωταρχικό ελατήριο της ανθρώπινης συμπεριφοράς· στο δεύτερο μέρος, εκτός των άλλων βάζει ότι η σεξουαλικότητα είναι επιφορτισμένη με έννοιες που την ξεπερνούν· η λίμπιντο βρίσκεται παντού και είναι πάντα πολύ περισσότερη από τον ίδιο τον εαυτό της: ο Σαντ χωρίς καμιά αμφιβολία προαισθάνθηκε αυτή την μεγάλη αλήθεια. Ξέρει ότι οι «διαστροφές» τις οποίες ο όχλος θεωρεί σαν ηθικές τερατωδίες ή φυσιολογικά μειονεκτήματα, περιέχουν αυτό που σήμερα θα ονόμαζε κανείς; σκοπιμότητα. [...]
Πηγή:

Σιμον ντε Μποβουάρ, Μήπως πρέπει να κάψουμε τον Μαρκήσιο ντε Σαντ;, μτφ. Εβελίνα Χατζηδάκη, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1980
 
Ο Daniel Auteuil στο ρόλο του Σαντ στην ταινία SADE (2000) του Benoît Jacquot

 
Ο Geoffrey Rush στο ρόλο του Σαντ στην ταινία Quills (2000) του Philip Kaufman.

 
Δεν υπάρχει αυθεντικό πορτρέτο του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Το παρόν είναι εμπνευσμένο από μια περιγραφή της εποχής του που αναφέρεται στη μακρόχρονη φυλάκισή του.
 

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Duncan Grant (1885-1978), a tribute



Self Portrait (1910). Λάδι σε καμβά


Duncan Grant (1885-1978), αφιέρωμα στο ζωγράφο
Ο Duncan James Grant Corrowr, όπως είναι το πλήρες όνομα του Duncan Grant γεννήθηκε στο Inverness της Σκωτίας το 1885. Έως την ηλικία των εννέα ετών διέμενε στο Μιανμάρ στην Ινδία, αφού ο πατέρας του, ο ταγματάρχης Bartle, ήταν αξιωματικός του στρατού,. Στην Αγγλία επέστρεψε το 1894 για να παρακολουθήσει το σχολείο. Ενώ παρακολουθούσε μαθήματα στο σχολείο του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, είχε την τύχη να τον αναλάβουν οι θείοι του Sir Richard και Lady Strachey, οι γονείς του γνωστού άγγλου συγγραφέα και ποιητή Λάιτον Στράτσεϊ (Lytton Strachey). Ενθαρρυμένοι από το δάσκαλό του στα μαθήματα τέχνης, οργάνωσαν στον μικρό Duncan ιδιωτικά μαθήματα ζωγραφικής κατ’ οίκον. Έτσι του δόθηκε η δυνατότητα να καλλιεργήσει την κλίση του, αλλά και να ακολουθήσει την επιθυμία του να γίνει καλλιτέχνης και όχι την επιθυμία του πατέρα του, που ονειρευόταν για το γιο του καριέρα στρατιωτικού, βλέποντας έτσι στο πρόσωπό του μικρού Duncan τη συνέχειά του.
Το 1902, άρχισε σπουδές στο Westminster School of Art.
Σημαντικό ρόλο στη ζωή του φαίνεται να διαδραμάτισαν οι Strachey, με την οποίους είχε περάσει τις καλοκαιρινές διακοπές ως μαθητής. Συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1905 η παρέα με τον Lytton Strachey. Περίπου την ίδια εποχή η Κυρία Στράτσεϊ τον έφερε σε μια συνεδρίαση της Λέσχης της Παρασκευής, όπου και γνώρισε τους καλλιτέχνες της ομάδας Bloomsbury.


Στις αρχές του 1906 πήγε στο Παρίσι, παίρνοντας μαζί του μια επιστολή από τον Γάλλο καλλιτέχνη Simon Bussy και 100 £ από την θεία του σαν επιχορήγηση των καλλιτεχνικών ενδιαφερόντων του. Έτσι ενοικίασε μια σοφίτα σε ένα φτηνό ξενοδοχείο και γράφτηκε στο σχολείο τέχνης Jacques Emile Blanches. Παράλληλα έκανε αντίγραφα έργων στο μουσείο του Λούβρου.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι ο Grant, γνώρισε και συναναστράφηκε αρκετούς ανθρώπους της τέχνης. Συναντήθηκε με τους βρετανικούς καλλιτέχνες Wyndham Lewis, Henry Lamb και Augustus John αλλά και με την γνωστή αμερικανίδα συγγραφέα Γερτρούδη Στάιν (Gertrude Stein). Τον επισκεφτήκαν επίσης, το νιόπαντρο ζευγάρι Clive Bell και Vanessa Bell, αδελφή της Βιρτζίνια Γουλφ και ο αδελφός τους Adrian. Δεν έλειψαν όμως και αρκετές επισκέψεις στο στούντιο του Πικάσο.

 
Duncan Grant & John Maynard Keynes

Επιστρέφοντας στο Λονδίνο οι σχέσεις που ο Duncan Grant δημιούργησε ήταν καθοριστικές για τα επόμενα χρόνια και ήταν αυτές που επηρέασαν την πορεία της ζωής και του έργου του. Το 1908, γνώρισε τον Τζον Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes) έναν φίλο του ξαδέλφου Lytton Στράτσεϊ (Lytton Strachey) από το πανεπιστήμιο. Μεταξύ τους δεν άργησε να αναπτυχθεί μια ερωτική σχέση. Το 1910 ταξίδεψαν στην Ιταλία, στην Ελλάδα και την Τουρκία, βλέποντας πολλά που θα επηρεάσουν το καλλιτεχνικό του ύφος.
Το 1909 μετακόμισε στην 21 Fitzroy Square και έγινε τακτικός επισκέπτης στη Βιρτζίνια και του Άντριαν Γουλφ, άτομα που αποτέλεσαν τον πυρήνα της Ομάδας Bloomsbury. Επίσης, έγινε συν-διευθυντής των Εργαστηρίων Ωμέγα (Omega Workshops) το 1913, μαζί με τον Roger Fry και την Vanessa Bell. Όλοι τους είχαν ένα κοινό ενδιαφέρον τις διακοσμητικές τέχνες, καθώς και την ζωγραφική σε καμβά. Τα Εργαστήρια Ωμέγα, παρήγαγαν έπιπλα, κεραμικά και υφάσματα σχεδιασμένα από διάφορους καλλιτέχνες. Τα Εργαστήρια Ωμέγα έκλεισαν το 1919.

 
Duncan Grant & David Garnett, 1914

Το 1911, συνεργάστηκε με άλλους καλλιτέχνες για τις τοιχογραφίες ενός κτιρίου που στέγαζε μια τράπεζα -το σημερινό South Bank University. Κριτικός τέχνης εκείνης της εποχής έγραψε ότι, οι τοιχογραφίες με θέμα την κολύμβηση και το ποδόσφαιρο θα μπορούσαν να έχουν μια «εκφυλιστική επίδραση στα παιδιά της εργατικής τάξης». Σήμερα οι τοιχογραφίες αυτές βρίσκονται στην Tate Gallery.
Από το 1914 ο Duncan Grant μαζί με τον εραστή του David Garnett δούλεψε με τη Vanessa Bell. Όπως και τα περισσότερα από τα μέλη της ομάδας Bloomsbury, ο Grant ήταν ειρηνιστής. Προκειμένου να απαλλαγεί από τη στρατιωτική του θητεία κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Garnett και ο David μετακόμισαν στο Wissett στο Suffolk απασχολούμενοι σε διάφορες αγροτικές δουλειές. Αν και απαλλάχτηκαν από την στρατιωτική τους θητεία με δικαστική απόφαση, αρνήθηκαν την απαλλαγή και άσκησαν έφεση έτσι τελικά αναγνωρίστικαν σαν αντιρρησίες συνείδησης.

(αρ) Standing Male Nude, περίπου 1935. (δε) Male Nude. Λάδι σε καμβά 

Πρώτη ατομική έκθεση του Duncan Grant πραγματοποιήθηκε στη Γκαλερί Carfax το 1920 και συνέχισε να παρουσιάζει το έργο του κανονικά μέχρι το τέλος της ζωής του.. Διετέλεσε μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών του Λονδίνου από το 1929 έως το 1931. Εκπροσώπησε την Αγγλία στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1926 και 1932, και το έργο του έχει συμπεριληφθεί στην Έκθεση Σύγχρονης Στέψη Βρετανών Καλλιτεχνών (Coronation Exhibition of Contemporary British Artists) στο Agnew and Sons, στο Λονδίνο, το 1937. Μια αναδρομική έκθεση του έργου του πραγματοποιήθηκε το 1959 στην Tate Gallery. Μια ακόμα αναδρομική έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Wildenstein & Co, Ltd, στο Λονδίνο το 1964. Το 1975, προς τιμήν του ενενηκοστών γενεθλίων του, πραγματοποιήθηκαν εκθέσεις στην Tate Gallery και στη Εθνική Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης της Σκωτίας (Scottish National Gallery of Modern Art). Ο Duncan Grant απολάμβανε τη φήμη του ως ένας από τα πιο σημαντικούς Βρετανούς καλλιτέχνες μέχρι τα τέλη του 1930, περίοδο κατά την οποία η επιρροή της προπολεμικής ομάδας Bloomsbury είχε επισκιαστεί από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Duncan Grant ασχολήθηκε επίσης με το σχεδιασμό υφασμάτων, σκηνικών και κοστουμιών για θεατρικές παραγωγές αλλά και με το μπαλέτο. Αδιάφορο δεν τον άφησε ούτε η εικονογράφηση, οι κατασκευές και η εσωτερική διακόσμηση χώρων. Καθ 'όλη τη μακρά διάρκεια της ζωής του ο Duncan Grant συνέχισε να πειραματίζεται με νέες μορφές και τεχνικές. 

 
L to R: Lady Ottoline Morrell, Maria Nys (later Mrs. Aldous Huxley), Lytton Strachey, Duncan Grant, and Vanessa Bell, -book Lytton Strachey, His Mind and Art (1957) by Ch.

Ο Grant συνέχισε τη ζωγραφική, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ Λονδίνου και Τσάρλεστον, αλλά και ταξιδεύοντας στην Τουρκία, το Μαρόκο και τη Γαλλία. Η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής του ήταν ο ποιητής Paul Roche, την κόρη του οποίου, -καλλιτέχνη και ηθοποιό Mitey Roche- δίδαξε ζωγραφική. Πέθανε από πνευμονία στο Aldermaston το 1978 σε ηλικία ενενήντα τριών ετών.
Το βιβλίο Duncan Grant: a Biography, του Frances Spalding, είναι μια βιογραφία του καλλιτέχνη στην οποία ξετυλίγεται όλη η εποχή του, η βικτοριανή εποχή, αλλά και η σύγχρονη. Βασίζεται σε αδημοσίευτες επιστολές, απομνημονεύματά του, ημερολόγια, και τεκμηριώνει λεπτομερώς την καθημερινή ζωή του, τα ταξίδια του από τη Σεβίλλη προς Κύπρο, και τις συναντήσεις του με καλλιτέχνες όπως ο E.M. Forster ο Αντρέ Ζιντ και ο DH Lawrence.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:

 - Simon Watney, The Art of Duncan Grant, London 1990
 - Frances Spalding,
Duncan Grant: a Biography, London 1997
 - Douglas Blair Turnbaugh, Private The Erotic Art of  Duncan Grant, London 1989, εκδόσεις GMB

 
Figures on Hands and Knees. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Self Portrait, 1909, λάδι σε καμβά, (National Portrait Gallery, London)


Augus Davidson, Reclining Nud, λάδι σε καμβά 


Study Nude, λάδι σε καμβά


Study Nude, λάδι σε καμβά


Κιθαρίστας. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Pas de Trois. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Self Portrait by Room With A View. Λάδι σε καμβά


Duncan Grant Painting par Vanessa Bell by Canecrabe


Pas de Trois. Μολύβι σε χαρτί


Jeune Homme Allongé nu de Dos, 1935. Λάδι σε καμβά


Reclining Nude, 56x75 cm. Λάδι σε καμβά


Bathers 1. Λάδι σε καμβά


(αρ.) Standing Nude, 1952 (δε.) Male Nude. Λάδι σε καμβά


Lytton Strachey. Verso- Crime and Punishment, περίπου 1909. Λάδι σε καμβά


Paul Roche reclining, περίπου 1945. Λάδι σε καμβά


Portrait of David Garnet. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Reclining Male Nude, 1947. Λάδι σε καμβά


  Reclining Male Nude, 1948. Κάρβουνο σε χαρτί


 
Two Male Nudes. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Michelangesque Figures 2, 35x25 cm. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Two Male Nudes Standing. Μολύβι σε χαρτί


Study  Figure. Παστέλ σε χαρτί


Life Model (Keynes Grand). Λάδι σε καμβά


Life Model. Λάδι σε καμβά


Pas de Trois, Demonstrating Turnout, 25x17 cm. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Pas de Trois 3, 18x23 cm. Μολύβι σε χαρτί


Pas de Cinq 22x24 cm. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Pas de Trois. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Figures on Hands and Knees, 1950, 45x62 cm. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


Male Nude, 1970-72. Λάδι σε καμβά


Julian Bell writing, περίπου 1928. Λάδι σε καμβά


West Indian - Fitzroy Street, 1918, (Private Collection) by Ras Marley.


Portrait of a Male Nude. Λάδι σε καμβά


 
Roman Model, 1935. Λάδι σε καμβά


Paul Roche, Nude, περίπου 1951. Λάδι σε καμβά


Portrait of David Pape. Λάδι σε καμβά


Portrait of George Bergen. Λάδι σε καμβά


Portrait of John Maynard Keynes (1917-1918, Charleston). Λάδι σε καμβά


Seated Male Nude. Λάδι σε καμβά


Study of a Μale Νude, περίπου 1935. Μολύβι και νερομπογιά σε χαρτί


 
Εξώφυλλο της μονογραφίας Private The Erotic Art of  Duncan Grant (1989) των εκδόσεων GMB