Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Στράτωνα








Κλέψομεν ἄρχι τίνος φιλήματα καὶ τὰ λαθραῖα
νεύσομεν ἀλλήλοις ὄμμασι φειδομένοις;
μέχρι τίνος δ' ἀτέλεστα λαλήσομεν, ἀμβολίαισι
ζευγνύντες κενεὰς ἔμπαλιν ἀμβολίας;
μέλλοντες τὸ καλὸν δαπανίσομεν· ἀλλὰ πρὶν ἐλθεῖν
τὰς φθονεράς, Φείδων, θῶμεν ἐπ' ἔργα λόγοις.


Μέχρι πότε τὰ κλεφτὰ φιλιὰ καὶ μὲ τὸ μάτι νόημα,
φειδωλὰ καὶ λαθραῖα, θὰ γνέφει ὁ ἕνας στὸν ἄλλον;
μέχρι πότε ἀτελέστατα θὰ τὰ λέμε οἱ δυό μας,
ἀναβολὲς κενὲς σὲ ἀναβολὲς τὸ πᾶμε σπαταλώντας ἄσκοπα τὸ χρόνο.
Ἔτσι ποὺ ὅλο ἀναβάλουμε, θὰ δαπανήσουμε ὅ,τι καλὸ·
ἐδῶ χρειάζονται ἔργα ὄχι λόγια Φείδων, πρίν οἱ πρῶτες φθονερὲς τρίχες σου προβάλουν!





Στράτων, Παλατινὴ ἢ Ἑλληνικὴ Ἀνθολογία (Μούσα παιδική), 12, 21
Μεταγραφὴ στὰ νέα ἑλληνικά: gayekfansi.blogspot.gr
© gayekfansi.blogspot.gr μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε δικαιώματος.




Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

«Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι» τοῦ Γιάννη Ρίτσου, ἀφιέρωμα




Γιάννης Ρίτσος, Χωρὶς τίτλο, ἀκουαρέλα σὲ πακέτο τσιγάρων.



«Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι» τοῦ Γιάννη Ρίτσου, σκιαγραφώντας μιὰ διαμάχη
Εἶναι ἄνοιξη τοῦ 1985 καὶ οἱ ἐκδόσεις Κέδρος, ποὺ ἔχουν καὶ τὰ ποκλειστικὰ δικαιώματα, θέτουν σὲ κυκλοφορία ἕνα νέο ἔργο τοῦ Γιάννη Ρίτσου. Ὁ Ρίτσος ἔχει ξεκινήσει μιὰ σειρὰ μὲ πεζά, ὑπὸ τὸ γενικὸ τίτλο Εἰκονοστάσιο ἀνώνυμων ἁγίων. Τὰ τρία πρώτα ἔργα τῆς σειρᾶς ποὺ εχαν κυκλοφορήσει ἦταν:
1. Ἀρίοστος ὁ προσεχτικὸς ἀφηγεῖται στιγμὲς τοῦ βίου του καὶ τοῦ ὕπνου του.
2. Τί παράξενα πράγματα.
3. Μὲ τὸ σκούντημα τοῦ ἀγκώνα.
Καὶ ἔρχεται ὁ χρόνος καὶ ὁ καιρὸς νὰ κυκλοφορήσει ὁ τρίτος τόμος τῆς σειρᾶς ὑπὸ τὸν τίτλο Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι, τὸ ἐξώφυλλο μάλιστα κοσμεῖ μιὰ ἀκουαρέλα τοῦ Ρίτσου φτιαγμένη πάνω σὲ πακέτο τσιγάρων. Καὶ κυκλοφορεῖ ποὺ λέτε ὁ τόμος, τόμος ποὺ περιέχει δεκαωχτὼ πεζογραφήματα τὰ ὁποῖα μπορεῖ ὅλα τους κάλλιστα νὰ τὰ σκεπάσει ἡ ὀμπρέλα τοῦ ἐρωτικοῦ πεζογραφήματος. Μιλᾶμε δηλαδὴ γιὰ μιὰ συλλογὴ ἐρωτικῶν πεζογραφημάτων. Ὁ ἴδιος, ὁ καθ' ὅλα σπουδαῖος Ρίτσος, διαβλέπει τὶς ἀντιδράσεις ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, ἔτσι μέσα στὰ πεζογραφήματα, γιὰ τὴν κρίβεια στὸ τελευταῖο πεζὸ τοῦ τόμου γράφει:
«Ποῦ θὰ πάει αὐτὸ τὸ πράγμα; γράφεις γράφεις καὶ τελειωμὸ δὲν ἔχεις. Καλὰ τὸ λένε κάποιοι κάποιοι, λογοδιάροια σ' ἔχει πιάσει. Καὶ τί 'ναι τοῦτα ποὺ μᾶς ξεφουρνίζεις; παιδιάστικα καμώματα. Γειὰ στὸ στόμα σου κυρ Κυπαρίσση, "ὁ παλιμπαιδισμὸς εἶναι σύνηθες φαινόμενον τῶν ἀρτηριοσκληρυντικῶν γερόντων". Λὲς νά 'ναι ἀλήθεια; Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι. Ἀφοῦ κι ὁ Πέτρος εἶπε «δὲν ἔχεις τίποτ' ἄλλο νὰ πεῖς; κατοχὴ, ἀντίσταση πείνα, θάνατοι, ἐκτελέσεις, θυσίες, ὁλοκαυτώματα, Καλάβρυτα, Μονοδέντρι, Κοκκινιά, Καισαριανή, Δίστομο, Καλογρέζα, ἐμφύλιος πόλεμος,, Ἄγγλοι, Ἀμερικάνοι, ἐξορίες φυλακὲς (τὶς ξέρεις δὰ κι ὁ ἴδιος), Μακρόνησος, Λῆμνος, Ἰκαρία, δικτατορίες, Γιάρος Λέρος, τὰ ξέχασες ρὲ Ἴων; καὶ πρέπει νὰ τά θυμόμαστε κάθε στιγμή, νὰ τὰ θυμίζουμε γιὰ νὰ μὴν ξαναγίνουν· ἀμ' ἐτούτη ἡ σημερινὴ πειλὴ πυρηνικοῦ παγκόσμιου ὀλέθρου; μποροῦμε νὰ σωπάσουμε γι' αὐτὰ καὶ νὰ σταυρώνουμε τὰ χέρια;». Κι εἶπε ὁ Ἀλέκος, κάπως δισταχτικά, ἀλλὰ μὲ συμπάθεια «θαρρῶ δὲν ἔχεις δίκιο Πέτρο· ἔχει μιλήσει ὁ Ἴων καὶ γι' αὐτά, στὴν Ἀγρύπνια, στὸν Πέτρινο χρόνο, στὶς Γειτονιὲς τοῦ κόσμου, στὰ Ἐπικαιρικά, στὰ Λιανοτράγουδα καὶ σὲ τόσα ἄλλα, κι ἂς μὴν ξεχνᾶμε τὰ Τρακτέρ, τὶς Πυραμίδες, ἄ, ναί, καὶ τὰ Συντροφικὰ τραγούδια ἀλλὰ προπάντων τὸν Ἐπιτάφιο· βέβαια τώρα τελευταία τό 'χει ρίξει κάπως στὰ ἀφηρημένα, τὰ ἐρωτικά, τὰ λυρικοφιλοσοφικά, τὶς παιδικὲς κι ἐφηβικὲς ἀναπολήσεις, μά, δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς, ἔχουν κι αὐτὰ τὴ χάρη τους, καὶ μάλιστα μεγάλη χάρη, καὶ κατ' οὐσίαν εἶναι προοδευτικὰ καὶ στὸ περιεχόμενο καὶ στὴν ἔκφραση».
Αὐτά, μεταξὺ ἄλλων, ἔγραφε ὁ Ρίτσος στὸ τελευταο πεζογράφημα τῆς συλλογῆς μὲ τίτλο «Θύμησες, πράγματα, λόγια». Κάτι φαίνεται νὰ ἤξερε ὁ σπουδαῖος ποιητής μας. Γιατί;
Νά ποὺ φτάσαμε λοιπὸν καὶ στὸ γιατί. Γιατὶ μὲ τὴν κυκλοφορία τοῦ τόμου μὲ τὰ πεζὰ ὑπὸ τὸν τίτλο Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι, ξέσπασε μεγάλη διαμάχη, ταραχή, συζήτηση καὶ ἔγινε τοῦ... Ρίτσου μεταξὺ τῶν νθρώπων τῆς κουμουνιστικῆς Ἀριστερᾶς τῆς Ἑλλάδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Καὶ γιὰ νὰ άκριβολογοῦμε, τὸν Μάιο τοῦ ἴδιου χρόνου καὶ μόλις ποὺ ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ πεζά, τὸ περιοδικό Πολιτιστική - Μηνιαία Ἐπιθεώρηση Τέχνης (1984-1987)· περιοδικὸ προσκείμενο στὸ ΚΚΕ, τὴν συντακτικὴ ὁμάδα τοῦ ὁποίου ἀπαρτίζουν ξιόλογοι νέοι κομμουνιστές, παρουσιάζει ἕνα ἀφιέρωμα στὸν Γιάννη Ρίτσο· καὶ μὲ άφορμὴ τὸ ἀφιέρωμα ἐπιτίθεται μὲ δριμύτητα ἐναντίον τοῦ ποιητῆ, ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ νέα ἄτομα μιὰ διαφορετικὴ βέβαια, περισσότερο προοδευτικὴ στάση. Ἀκολουθεῖ ἡ ἐφημερίδα Αὐγὴ ποὺ πρόσκεινται στὸ ΚΚΕ Ἐσωτερικοῦ, ποὺ ἀντιδρώντας, χρεώνει τὴν ἐπίθεση στοὺς λεγόμενους "ἠθικολόγους τῆς παλιᾶς φρουρᾶς τοῦ δογματισμοῦ". Ἀκολουθεῖ ὅμως καὶ ὁ Ριζοσπάστης -ὄχι ποὺ δὲν θὰ ἀκολουθοῦσε- ποὺ ὀφείλουμε νά ποῦμε πὼς διαπερνᾶται ἀπὸ ἕνα κλίμα προοδευτισμοῦ τὴν ποχὴ ἐκείνη, καὶ ποὺ θέλοντας νὰ μαρτυρήσει ὑπέρ, καὶ νὰ πάρει τὸ μέρος τοΠοιητῆ τοῦ Λαοῦ ὑποστηρίζοντάς τον, παραθέτει μιὰ σειρὰ ἀπὸ δημοσιεύματα, καταδικάζοντας τὴν ἄστοχη ἐπίθεση τοῦ περιοδικοῦ καὶ τῶν συνακτῶν του, δηλώνοντας μάλιστα ὅτι "ἡ Πολιτιστικὴ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ ΚΚΕ". Φτάνει μάλιστα στὸ σημεῖο, λίγες βδομάδες μετά, νὰ χαρακτηρίσει τὴν κριτικὴ τῆς Πολιτιστικς "προβοκάτσια". Ἀλλὰ εἶναι ἄλλες οἱ ποχές, μὴν λησμονοῦμε πὼς τὴν ἄνοιξη τοῦ ἴδιου ἕτους, τοῦ 1985 δηλαδή, μιλᾶμε γιὰ Περεστρόικα, Γκορμπατσόφ, Γενικὸς Γραματὲας τοῦ ΚΚΕ εἶναι ὁ Φλωράκης, ἔτσι γιὰ νὰ δώσω μὲ δυὸ λόγια τὸ στίγμα τῆς έποχῆς. Ὁπότε ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴ στάση τοῦ Ριζοσπάστη.
Γιὰ τὴν ἱστορία, νὰ ναφέρω πὼς διευθυντὴς τῆς Πολιτιστικῆς ἀλλὰ καὶ γενικὰ ψυχὴ τοῦ περιοδικοῦ -ὁπότε καὶ ὑπεύθυνος γιὰ τὰ γραφόμενα- ἦταν ὁ Ἀντώνης Στεμνής. Θέλετε καὶ ἕνα μικρὸ πόσπασμα πὸ τὸ τί ἔγραψε; Ἰδοῦ: «Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Ρίτσου ὁ διαλεκτικὸς καὶ ἱστορικὸς ὑλισμός, εἶναι ὅτι κήρυξε τὴ φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης μὲ ὑλιστικὴ ἐπίφαση. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι δὲν ἐξέφρασε τὴν ἐργατικὴ τάξη, δὲν πῆγε στὰ αἴτια καὶ δὲν ὑπαινίχθηκε λύσεις, εἶναι ὅτι μὲ τὸν ρομαντισμό, τὸν ἐρωτισμό, τὸν ἑλληνοχριστιανισμὸ καὶ τὴν μελέτη θανάτου ὕμνησε τὴν μιζέρια, τὴν "ρωμιοσύνη" καὶ ὅσα ἀρνητικὰ στοιχεῖα διευκόλυναν τὴν ἄρχουσα τάξη».

Στὸν Στεμνὴ ἀπάντησε ὁ ποιητής Κώστας Μύρης καὶ μάλιστα μὲ τὸ πραγματικό του ὄνομα, Κώστας Γεωργουσόπουλος, στὸ ἄρθρο του "Ἀγωγιάτες Δογμάτων", ποὺ μεταξὺ ἄλλων, ἔγραφε: «[...] Πρέπει νὰ αποδειχθεῖ ὁ Ρίτσος ρομαντικός, ἑλληνοχριστιανός, ἐρωτοληπτικός, ἀναχωρητικός ποιητής, (λέει τὸ ζντονοφάκι ποὺ γεννήθηκε μετὰ τὸν Ἐμφύλιο, ποὺ δὲν κατάλαβε τίποτα οὔτε ἀπὸ Κατοχή, οὔτε ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ἐργατιᾶς). Ὁ Ρίτσος, συμπεραίνει τὸ ζντανοφάκι εἶναι ένας βολεμένος μικροαστὸς ποιητής. Νὰ συνεχίσω:
Γνωστὴ ἡ μέθοδος. Σκοπὸς νὰ γίνει σούσουρο γιὰ τὸν τολμηρὸ νεανία ποὺ ξεγύμνωσε τὸ εἴδωλο καὶ ἄλλα ἠχηρά παρόμοια. Καὶ βέβαια, ὁ Ρίτσος, ὅπως ὁ καθένας δὲν εἶναι ταμποῦ. Ἀλλὰ τὰ ζντανοφάκια δὲν ξέρουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ κρίνουν ποιητὲς γιατὶ δὲν τοὺς ἀφήνουν τὰ φάλαρα. Σκέψου νὰ κρίνεις ἕναν ποιητή
πὸ τὰ θέματά του. Ἐκεῖ εἶναι ἀκόμα τὰ μειράκια».
Ἀλλὰ τὶ ἦταν αὐτὸ ποὺ ἐνόχλησε; Δὲν πάει ὁ νοῦς σας; Ὅλο τὸ βιβλίο διαπερνάει ἕνας ὁμοφυλοφυλικὸς ἐρωτισμός. Ὁ Ρίτσος ἀφήνεται νὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ ἀναμνήσεις· ἀναμνήσεις ποὺ ξεκάθαρα ἀφήνει νὰ χαρακτοῦν στὸ χαρτὶ ἀπὸ τὴν πένα του, χωρὶς κανένα προστατευτικὸ κέλυφος. Κάπου βάζει μέσα καὶ δυὸ ἐργάτες-συντρόφους, ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ λεπτομέρεια. Μᾶς περιγράφει στιγμές, ματιές, πύρινες ἀνταλλαγὲς βλεμμάτων, ἀγγίγματα, κοντινὲς ἀνάσες στὸ σκοτάδι, ὑγρὲς νύχτες ποὺ ἡ ἐπιθυμία φτάνει μέχρι τὰ χείλη, ἀλλὰ δὲν βγαίνει. Πραγματικὰ μιὰ ὑπέροχη γραφὴ ποὺ γκρεμίζει εἴδωλα καὶ παραδοσιακὰ σύμβολα καὶ ποὺ βγάζει βέβαια τὸν Ρίτσο ἀπὸ τὸ ἀπυρόβλητο ποὺ τὸν εἶχε θέσει τὸ κομματικὸ κατεστημένο, γι' αὐτὸ ἐξάλλου καὶ οἱ ντιδράσεις. Ὁ Ποιητῆς τοῦ Λαοῦ νὰ μιλάει γιὰ ἀμοιβαίες μαλακίες καὶ ὀρθωμένα καβλιά!! Ποῦ ἀκούστηκε αὐτό!!!
Κάπου ἐδῶ ὅμως δὲν ἔχει νόημα νὰ ποῦμε περισσότερα, λλὰ νὰ σᾶς φήσω στὴν ὑπέροχη γραφὴ τοῦ ποιητῆ, ἀντιγράφοντας ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ πρῶτο πεζὸ τῆς σειρᾶς ποὺ φέρει τὸν τίτλο, «Ἀνταλλαγὲς καὶ διασταυρώσεις».
«[...] Ὡστόσο οἱ δυὸ φαντάροι (σφαλῶς ἀδειοῦχοι) καπνίζουν ἀράδα φτηνὰ τσιγάρα στὸ παγκάκι τοῦ πάρκου, πλάι στὸ ἄγαλμα τοῦ Παιδιοῦ μὲ τὸ Ψάρι.Ἴσως γι' αὐτὸ μυρίζουν κι οἱ δυό τους ψαρίλα ἢ βαρβατίλα ἀπ' τὶς πολλὲς ὀνειρώξεις, καὶ τώρα κόμα βρίσκονται σὲ διέγερση, χωρὶς νὰ τὸ λένε οτε μεταξύ τους, καὶ τὸ ξέρουν κι οἱ δυό, κι ατὸ τοὺς κάνει νὰ καυλώνουν πιότερο, κι ἐνῶ κρατοῦν τὸ τσιγάρο μὲ τὸ δεξί τους χέρι, μὲ τ'λλο, τὸ ζερβί τους, πιέζουν τὸ πέος τους νὰ τὸ σπάσουν. Νὰ πάρει ὀργή, δὲν ξεμυτίζει καὶ καμιὰ σκρόφα, νὰ πᾶνε μαζί, ὁ ἕνας πὸ μπρός, ὁ ἄλλος πὸ πίσω, καὶ νὰ σκουντιοῦνται οἱ φαλλοί τους μέσ' ἀπ' τὸ σῶμα τῆς γυναίκας, -τό 'χεις δοκιμάσει; -ὄχι· ἐσύ; -οὔτε· τό 'χω φανταστεῖ· φίνα θά 'ναι· ἔχω δεῖ καὶ κάτι φωτογραφίες· μ' ἄρεσε· τὶς ἔχει ὁ Μιχάλης· ὀλάκερο πάκο· σ' τὶς ἔδειξε; - ναί· μ' ἀρέσανε καὶ μένα· δὲν κάνει νὰ τὶς βλέπεις· μαραζώνεις· δὲν εἶδες ὁ Μιχάλης; ἔχει λιώσει άπ' τὴν μαλακία· τὴ βρίσκει μονάχος του· καὶ νὰ μοῦ τὸ θυμηθεῖς, θά 'ρθει ἡ ὥρα καὶ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ πάει μὲ γυναίκα· ἂ σιχτὶρ μὲ τοῦτο τὸ παλούκι ποὺ μᾶς φύτεψε ὁ θεὸς στὰ σκέλια μας· -τί λές, μωρέ, τὸ καμάρι μας. Ἡ λεβεντιά μας, τὸ μεράκι μας· πιὸ κι ἀπ' τὸ ψωμὶ κι ἀπ' τὸ κρασὶ κι άπ' τὸ τσιγάρο. Ξεκουμπώνει ὣς κάτου τὸ βρακί του, τὴ χουφτώνει, τὴ βγάζει, τεντωμένη σπαρταριστή. Τὸ ἴδιο κάνει κιν ὁ ἄλλος, μὴ καὶ φανεῖ δειλός, ἔτσι συντροφικάτα. Τὶς κοιτάζουν, καθένας τὴ δική του. Ὕστερα ὁ ἕνας τοῦ λλουνοῦ. -Μεγάλη ποὺ τὴν ἔχεις. -Ἀμ' ἡ δικιά σου· κι εἶναι καὶ πιὸ χοντρή· χωρὶς καθόλου χαλινό· νά· ὅπως κι ἡ δικιά μου· τὶς παίζουμε; ἐσὺ τὴ δικιά μου κι ἐγὼ τὴ δικιά σου· θά 'ναι πιὸ μερακλίδικα. - Ὄχι· δὲ μοῦ 'ρχεται· εἶναι ἁμαρτία· - Τί ἁματρία; δὲν τὴν παίζεις ποτέ σου; -Ναὶ λλὰ μονάχος, στὰ κρυφά. -Σαχλαμάρες. Τί μονάχος, τί μ' ἕναν ἄλλον; κι ἐμεῖς εἶμαστε φίλοι. Δὲ θὰ τὸ ποῦμε πουθενά.
Ἁπλώνει πρῶτος τὸ χέρι του, τοῦ τὴ χουφτώνει. Ξεθαρρεύεται κι ὁ ἄλλος. Τοῦ τὴν πιάνει κι αὐτός. Δὲ μιλᾶνε. Δὲν κοιτιοῦνται. Κοιτάει ὁ ἕνας τοῦ λλουνοῦ. Λαχανιάζουν. Θέλουν νὰ φωνάξουν, δὲν ξέρουν τί· κάτι δυνατά, πολὺ δυνατά· νὰ βουίξει τὸ πάρκο, νὰ μαζευτεῖ κόσμος, κι αὐτοὶ ν' ἀναληφθοῦν ἀπλησίαστοι, ἀσύλλιπτοι, οἱ δυό τους μόνοι, μόνοι, μόνοι, ὁλόκληροι, ἀθάνατοι, ὣς τὴ μεγίστη στιγμὴ τῆς ἔκρηξης, καὶ πιὰ δὲν ξέρεις τί θὰ ἐπακολουθήσει κι οὔτε ἔχει σημασία, γιατὶ αὐτὴ ὴ στιγμὴ εἶναι ὅλος ὁ χρόνος, ἔξω ἀπ' τὸ χρόνο, καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλουν εἶναι νὰ φωνάξουν ὅλη τὴ συγκεντρωμένη σιωπὴ καὶ ν' ἀκουστοῦν πέρα, παντοῦ, οὔουου, οὔουου, λόγια συναγμένα ἀπ' τοὺς δρόμους, ἀπ' τὶς ταβέρνες, π' τὰ μπορδέλα, τὰ πιὸ αἰσχρά, τὰ πιὸ ἅγια, ποτὲς δὲ τ' ρθώσανε, κι εἶναι πετρωμένα μέσα τους, βράχια, ἔ, ὠρὲ ντουνιά, στὴν κορφὴ τοῦ καυλιοῦ μου σὲ σηκώνω, χύνω βαθιά σου, νόημα σοῦ δίνω, κόκκινο· μὰ κείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ μιὰ βαμμένη γυναίκα περνάει· σκεπάζει καθένας μὲ τὴν παλάμη του τὸ δικό του πέος· ντροπαλοσύνη· τοῦς πέφτει· μαλακώνει· -ἔ, κοπελιὰ δὲν ἔρχεσαι κατὰ δῶ; -δὲν πηδιόσαστε μόνοι σας, θὰ βολευτεῖτε καλύτερα. Καὶ φεύγει. Καὶ ξαφνικὰ βραδιάζει. Τὸ χρυσὸ λιόγερμα σβήστηκε. Μόνον τὸ γαλμα τοῦ Παιδιοῦ μὲ τὸ Ψάρι, κρατάει λίγο ρόδινο. Ἐλάχιστο. Κι αὐτοὶ ἀνάβουν τσιγάρο, καθένας μὲ τὸ δικό του σπίρτο. Ἐξαφανίζονται [...]».
Γιὰ τὴν Ἱστορία νὰ ἀναφέρουμε ὅτι στὴ σειρὰ μὲ τὸν γενικὸ τίτλο Εἰκονοστάσιο ἀνώνυμων ἁγίων, κυκλοφόρησαν συνολικὰ ἐννέα τόμοι μὲ πεζὰ τοῦ Γιάννη Ρίτσου. Οἱ ὑπόλοιποι ἦταν:
5. Ὁ γέροντας μὲ τοὺς χαρταετούς.
6. Ὄχι μονάχα γιὰ σένα.
7. Σφραγισμένα μ' ἕνα χαμόγελο.
8. Λιγοστεύουν οἱ ἐρωτήσεις.
9. Ὁ Ἀρίοστος ἀρνεῖται νὰ γίνει ἅγιος.




Στοιχεῖα τοῦ βιβλίου:
Συγγραφέας: Γιάννης Ρίτσος
Ἕτος ἔκδοσης: 1985
ISBN: 978-960-04-0391-6
Σελ.: 176
Σχῆμα: 14 x 20,6
Ἐξώφυλλο: Μαλακὸ
ξώφυλλο, μὲ μιὰ ἀκουαρέλα τοῦ Γιὰννη Ρίτσου
Σειρά: ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΑΓΙΩΝ






© κειμένου τοῦ Γιάννη Ρίτσου: Ἐκδόσεις Κέδρος καὶ κληρονόμοι.
© κειμένου τοῦ Ἀντώνη Στεμνή: Κληρονόμοι του.
© κειμένου τοῦ Κώστα Γεωργουσόπουλου: Κ. Γεωργουσόπουλος.
© ἀφιερώματος: gayekfansi.blogspot.gr μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε δικαιώματος.


Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ, ἕνα ποίημα τοῦ Ἀργύρη Χιόνη








ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ

Διψάω γι' ἀγάπη πεινάω γι' ἀγάπη πονάω γι' ἀγάπη
Οὐρλιάζω γι' ἀγάπη πεθαίνω γι' ἀγάπη ἀλλὰ
Εἶμαι λύκος ὁ κακὸς λύκος καὶ δὲν γίνεται
Δὲν εἶναι δυνατὸ τέτοια αἰσθήματα νὰ ἔχω
Γιατὶ ἂν τὸ μάθουμε τὰ πρόβατα
Θὰ πέσουνε νὰ μὲ σπαράξουν.






Ἀργύρης Χιόνης, Ἡ φωνὴ τῆς σιωπῆς, Ποιήματα 1966-2000, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 2006.



Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΙΔΟΥ ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ




 
Lucas van Leyden, Ἡ τελευταία κρίση (λεπτομέρεια), 1526 μ.Χ.
 Λέιντεν (Ὀλλανδία), Museum De Lakenha.


 
Lucas van Leyden, (Ὁπως παραπάνω).

...καὶ γιὰ ὅσους ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν ποῦ ἀνοίκει ἡ παραπάνω λεπτομέρεια τοῦ ἔργου Ἡ τελευταία κρίση τοῦ Ὁλλανδοῦ ζωγράφου καὶ χαράκτη Lucas van Leyden, τοὺς διαβεβαιώνω πὼς εἶναι στὸ τμῆμα τοῦ Παραδείσου. Ὁπότε ποιὸ εἶναι τὸ δίδαγμα; Εἶναι ὅτι κάνουμε τὰ πάντα σὲ τοῦτη τὴ ζωὴ μάγκες μου γιὰ νὰ βρεθοῦμε στὴν ἄλλη στὶς κοιλάδες τοῦ Παραδείου, ἀφοῦ έκεῖ βλέπω νὰ κατοικοῦν οὐρὶ καὶ ἐφαψίες ἄγγελοι!
Τώρα ἂν σᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ πλούσιοι τῶ πνεύματι, τότε τυχήσατε. Αὐτοὶ πηγαίνουν κατευθείαν στὴν Κόλαση ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐπιθυμητοὶ στὸν Παράδεισο -ὡς γνωστὸν ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ἐνδιαφέρεται καὶ μακαρίζει τοὺς πτωχοὺς τῶ πνεύματι. Ὁπότε ποιὸ εἶναι τὸ δεύτερο -ἐν ἀντιθέσι μὲ τὸ πρῶτο- δίδαγμα; Εἶναι πὼς κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἔτσι ὤστε στὴν ἄλλη νὰ βρεθοῦμε κατευθείαν στὴν Κόλαση, τόπο διαμονής ὅλων τῶν σημαντικῶν ἀνθρώπων!! Κι ἂς πάει καὶ τὸ παλιάμπελο -τῶν οὐρὶ ἐννοῶ...
Κοίτα τώρα δίλημμα!!!


Lucas van Leyden, τελευταία κρίση (τρίπτυχο), 1526 μ.Χ.
 Λέιντεν (Ὀλλανδία), Museum De Lakenha.



Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Christopher Marlowe (1564-1593), a τribute




 


Κρίστοφερ Μάρλοου (1564-1593), αφιέρωμα
Ολίγα προλεγόμενα
Ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Κρίστοφερ Μάρλοου (Christopher Marlowe) τον οποίο ο T.S. Eliot δεν δίστασε να αποκαλέσει «τον πιο βαθυστόχαστο, τον πιο βλάσφημο από τους συγχρόνους του, το πιο φιλοσοφημένο, αν και ανώριμο πνεύμα από τους ελισαβετιανούς δραματικούς συγγραφείς», ήταν ένας τολμηρός και εμπνευσμένος πρωτοπόρος της αγγλικής ποιητικής λογοτεχνίας· είχε δε μια δύναμή που μπορούμε να την αποκαλέσουμε ανυπέρβλητη.
Ο Μάρλοου, που κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παιδί της Αναγέννησης, είναι αυτός που σε δίσεκτους καιρούς θα τολμήσει να πει πως ένα αγόρι είναι πολλάκις προτιμητέο και απείρως θελκτικότερο από την οποιαδήποτε αιθέρια θηλυκή ύπαρξη. Αλλά ή ίδια η Αναγέννηση δεν ήταν τίποτα άλλο από μια εποχή έξαψης, αναζήτησης και αδιάκοπης αμφισβήτησης μέσα στα μεσαιωνικά ερέβη που είχε φέρει και εγκαθιδρύσει ο χριστιανισμός. Έτσι ο  Μάρλοου δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να αντιπροσωπεύει -στο ακέραιο μάλιστα- αυτή την αμφισβήτηση. Με τις πενιχρές μας γνώσεις λοιπόν, και έχοντας πλήρη συνείδηση της ένδειάς μας και της αδυναμίας μας να σταθούμε μπρος του, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό αλλά τεκμηριωμένο -και θέλουμε να πιστεύουμε, απευθυνόμενοι στους ενδιαφερόμενους, ενδιαφέρον- αφιέρωμα σε τούτο τον μεγάλο άντρα.


 


Κρίστοφερ Μάρλοου, μια γνωριμία
Ο Κρίστοφερ Μάρλοου. ο άνθρωπος που μεγαλούργησε με την ελευθερία τού νεοπαγούς ανομοιοκατάληκτου στίχου, αυτός ο πατριάρχης της υπερβολής, όσο εμβάθυνε στη φόρμα των έργων του τόσο έβρισκε απαραίτητο να περιορίζει τον στιχουργικό του οίστρο, προσαρμόζοντάς τον στις απαιτήσεις κάθε σκηνικού δημιουργήματός του. Στα τελευταία έργα του ο «πεποιημένος» λόγος του ανομοιοκατάληκτου στίχου του -χωρίς να απεμπολεί διόλου τις δυνατότητες του λυρισμού- απλώνεται στις ανεκμετάλλευτες ακόμα περιοχές της καθομιλουμένης, προσδίδοντάς της μια σχεδόν μνημειακή «φυσικότητα» στη σκηνή. Στον Εδουάρδο τον 2ο ο στίχος παραμένει σε μια παγερή λυρικότητα που αιφνιδιάζει, κυρίως επειδή ανταποκρίνεται στον εντελώς φυσικό και ανέμελο τρόπο με τον οποίο εκφέρονται τα πιο αποτρόπαια πράγματα. Η στιβαρότητα της ποιητικής του γλώσσας δεν αποποιείται διόλου την χρήση καλλιλογικών στοιχείων και κοσμητικών επιθέτων, κι όμως δίνει την εντύπωση πως όχι μόνο δεν στολίζει αλλά και απογυμνώνει ως το κόκκαλο τα λεγόμενα (το στοιχείο που λάτρευε ο Έλιοτ στο Μάρλοου).
Υπήρξε ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του Σαίξπηρ που πέθανε νέος -μόλις εικοσιεννιά χρονών- ήταν μόνο δυο μήνες μεγαλύτερος από τον Σαίξπηρ. Παρόλο που προερχόταν από ταπεινό περιβάλλον μια και ήταν γιος τσαγκάρη γεννημένος το 1564 -την ίδια ακριβώς χρονιά με τον Σαίξπηρ- στο Κάντερμπι της Αγγλίας, είχε σπουδάσει με υποτροφία στο Κέμπριτζ και επομένως είχε ανέβει κοινωνικά.
Ένας θεός ξέρει τι θα μπορούσε να έχει καταφέρει ο Μάρλοου, αλλά το 1593 έμπλεξε πολύ άσχημα. Την άνοιξη εκείνης της χρονιάς έκαναν την εμφάνισή τους σε όλο το Λονδίνο διάφορες εμπρηστικές ανακοινώσεις με στίχους εμπνευσμένους από λαϊκά θεατρικά έργα. Μία από αυτές περιλάμβανε μια αισχρή παρωδία κάποιου σημείου από τον Ταμερλάνο του Μάρλοου. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση ήταν σε τέτοιο παραλήρημα για την προστασία της «εθνικής ασφάλειας», όπως θα λέγαμε σήμερα, ώστε ξόδευε 12.000 λίρες το χρόνο –πραγματικά μυθώδες ποσό- για να κατασκοπεύει τους πολίτες της. Ήταν ακριβώς η εποχή που δεν ήθελες να τραβήξεις την προσοχή των αρχών. Ανάμεσα σε όσους ανέκριναν ήταν και ο Τόμας Κιντ (Thomas Kyd), φίλος και συγκάτοικος του Μάρλοου, αλλά και συγγραφέας της Ισπανικής τραγωδίας, που είχε τεράστια επιτυχία. Κάτω από την πίεση των βασανιστηρίων –ή απλώς της απειλής ότι θα τον βασανίσουν- στη φυλακή του Μπράιντουελ, ο Κιντ κατήγγειλε τον Μάρλοου ως «αντίθετο προς τη θρησκεία, άσωτο και σκληρόκαρδο» αλλά κυρίως άθεο και βλάσφημο, αποδίδοντάς του ένα γραπτό που βρέθηκε στο σπίτι του. Αυτές οι καταγγελίες ήταν εξαιρετικά σοβαρές.
Ο Μάρλοου σύρθηκε στο Ανακτοβούλιο, ανακρίθηκε και αφέθηκε ελεύθερος με τον όρο ότι θα βρίσκεται σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των τριάντα δύο χιλιομέτρων από τη βασιλική αυλή, όπου και αν μεταφερόταν αυτή, έτσι ώστε να μπορούν οι κατήγοροί του να ασχοληθούν γρήγορα με την περίπτωσή του όποτε το επιθυμούσαν. Η ελάχιστη ποινή που αντιμετώπιζε ήταν να του κόψουν τα αυτιά, επομένως πρέπει να βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Όπως σημειώνει ο βιογράφος του Μάρλοου Ντέιβιντ Ριγκς, «στα δικαστήρια της εποχής των Τιδόρ Φρίζερσα σε αυτό το κλίμα, ο Μάρλοου βρέθηκε να τα πίνει με τρεις τύπους αμφίβολης ηθικής στο σπίτι μιας χήρας, της Έλινορ Μπουλ, στο Ντέτφορντ του νοτιοανατολικού Λονδίνου. Σύμφωνα με την ανάκριση που ακολούθησε, στο σπίτι αυτό ξέσπασε καυγάς για το λογαριασμό και ο Μάρλοου –που είχε πραγματικά την τάση να μπλέκεται σε βίαια επεισόδια- άρπαξε ένα στιλέτο και προσπάθησε να μαχαιρώσει κάποιον Ίνγραμ Φρίζερ. Για να αμυνθεί ο Φρίζερ, έστρεψε το στιλέτο εναντίον του Μάρλοου και του έμπηξε στο μέτωπο, πάνω από το δεξί μάτι. Φαίνεται πολύ δύσκολο να μαχαιρώνεις κάποιον σε αυτό το σημείο, αλλά ο Φρίζερ κατάφερε να σκοτώσει τον Μάρλοου επιτόπου. Αυτή είναι τουλάχιστον η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό του. Ορισμένοι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Μάρλοου δολοφονήθηκε κατόπιν εντολής του Στέμματος και των ανώτατων λειτουργών του. Μια άλλη εκδοχή, όχι λιγότερο πιστευτή, είναι ότι ο καβγάς του Μάρλοου με τον δολοφόνο του έγινε για λόγους ερωτικής αντιζηλίας. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο του φόνου είναι γεγονός ότι πέθανε στα είκοσι εννιά του χρόνια. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως ο φονιάς του συγχωρέθηκε!!
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως ο Μάρλοου ὅταν ζούσε στο Λονδίνο είναι σίγουρο πως ήταν μέλος μιας ομάδας διανοουμένων γνωστής ως Σχολής της νύχτας που ανταγωνιζόταν τις συμβατικές χριστιανικές δοξασίες. Στα έργα του δεν διστάζει μάλιστα να αμφισβητήσει με σθένος το θεσμό του γάμου και να μιλήσει με περιφρόνηση γι' αυτόν. «Ο γάμος δεν είναι παρά ένα τελετουργικό παιχνίδι». (Δόκτωρ Φάουστους). Αλλά και να κάνει κοφτερή και ανελέητη σάτιρα του τυπικού και των αξιωμάτων της εκκλησίας, να εμφανίσει τον πάπα ως έναν  μεγαλομανή χωρίς καμιά αίσθηση του χιούμορ, χωρίς καμιά ευσπλαχνία, χωρίς καν τον κοινό νου -για να μείνουμε μόνο σε αυτά. Διόλου τυχαίο λοιπόν, που εφτά χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1600, ένα φυλλάδιο θα διακηρύξει ότι ο θάνατος του Μάρλοου, ήταν θέμα θείας δικαιοσύνης: «Έτσι ο Θεός, ο αληθινός εκτελεστής της θείας κρίσεις, επέφερε το τέλος ενός ασεβούς άθεου». Κρατήστε το εκτελεστής... 



O Rupert Everett ως Μάρλοου στην ταινία Shakespeare in Love

ΕΡΓΑ
Εδουάρδος Β’
Η επιλογή ενός ομοφυλόφιλου βασιλιά και η έντονη παραβολή των ερωτικών του προτιμήσεων σε τούτη την τραγωδία αποτέλεσε πηγή ιδιαίτερης αμηχανίας για πολλούς σχολιαστές του έργου, αλλά και ανασταλτικό παράγοντα για τη σκηνική του σταδιοδρομία. Οι περισσότεροι κριτικοί προσπαθούν επιμελώς να αποσυνδέσουν το ομοφυλοφιλικό στοιχείο στο έργο του Μάρλοου από την κατηγορία που προσάπτει ευθέως στον ποιητή ο περιβόητος «φάκελος Baines» για σοδομία. Διαβάζοντας αυτή τη μυστική αναφορά, που μας αποκαλύπτει με σχεδόν αγαθή απορία σκέψεις και πεποιθήσεις του ποιητή, δεν βρίσκουμε για ποιο λόγο να μην πιστέψουμε τον Μάρλοου όταν, μεταξύ άλλων, εκθειάζει τον καπνό και τα αγόρια· κατά το μυστικό έγγραφο ο ποιητής διατείνεται ότι ο Ιωάννης «ήταν ομόκληνος του Χριστού (…)· ότι τον μεταχειριζόταν όπως οι αμαρτωλοί των Σοδόμων» και ότι «σε όσους δεν αρέσει ο καπνός και τα αγόρια είναι βλάκες»· άλλωστε ο πληροφοριοδότης δεν χρειαζόταν να επινοήσει τις επιλήψιμες πεποιθήσεις και ενέργειες του ποιητή: δυο τρεις βραδιές σε μια ταβέρνα μαζί με φίλους του αρκούσαν με το παραπάνω για να γεμίσουν ολόκληρες σελίδες με ανατρεπτικές ιδέες· όλοι γνωρίζουμε πως και οι πιο καθημερινές συζητήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν με τον πιο ενοχοποιητικό τρόπο, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για απόψεις και πρακτικές που δεν ήταν ακόμα συνηθισμένο να λέγονται με τα’ όνομά τους. Τα μόνα στοιχεία που διαθέτουμε για τον Μάρλοου είναι αυτές οι μυστικές αναφορές και τα έργα του· αν λοιπόν δεχόμαστε ότι η κατηγορία για αθεϊσμό, λόγου χάρη, όπως τον εννοούσαν στα χρόνια της Ελισάβετ και όπως τον τεκμηριώνει ο πληροφοριοδότης στο μυστικό έγγραφο, μπορούσε κάλλιστα να στιριχτεί και στα στοιχεία που μας δίνουν τα έργα του τα ίδια, τότε ο Εδουάρδος ο 2ος, ο Ανζού στη Σφαγή των Παρισίων, ο διάλογος Δία και Γανυμήδη στον Πρόλογο του νεανικού έργου Διδώ, η βασίλισσα της Καρχηδόνας, και η εκπληκτική περιγραφή της ερωτικής πολιορκίας του Λέανδρου από τον Ποσειδώνα, στην αρχή του ημιτελούς μεγάλου ποιήματός του Ηρώ και Λέανδρος, θα έπρεπε να θεωρούνται επαρκή στοιχεία για τις ερωτικές προτιμήσεις τις οποίες του αποδίδει ο πληροφοριοδότης. Ακόμα και στον Ταμερλάνο τον Μέγα οι στίχοι με τους οποίους ο φερώνυμος ήρωας προσπαθεί να προσεταιριστεί τον Πέρση στρατηγό Θεριδάμα είναι πολύ ερωτικοί από αυτούς που απευθύνει στην αγαπημένη του τη Ζηνοκράτη. Όταν κοινή διαπίστωση σχεδόν όλων των κριτικών, η οποία πολλές φορές διατυπώνεται σαν επίκριση, είναι ότι ο Μάρλοου αποτυπώνει στους ήρωές του τις προσωπικές εμπειρίες του, είναι το λιγότερο αντίφαση να του αρνούνται μια πλευρά του που απαντά συχνότερα απ’ όσο θα ήθελαν. Ο πουριτανισμός ορισμένων κριτικών φτάνει στα όρια του κωμικού όταν επινοεί παρατραβηγμένες αιτιολογίες για να δικαιολογήσει την επιλογή του Εδουάρδου ως κεντρικού προσώπου τραγωδίας. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν το ότι ο ποιητής δείχνει ιδιαίτερη περίπτωση στις περιγραφές ομοφυλοφιλικών επιθυμιών και σχέσεων δεν είναι απόδειξη ή έμμεση εξομολόγηση των προσωπικών ερωτικών του ροπών, σίγουρα είναι αδιαμφισβήτητη ένδειξη εντονότατου σχετικού ενδιαφέροντος.

 

Ταμερλάνος ο Μέγας
Στον απόηχο των πανηγυρισμών για την απαλλαγή της Αγγλίας από τη μόνιμη απειλή του ισπανικού βραχνά, με την ήττα της περίφημης «αήττητης Αρμάδας» του ισπανικού στόλου από τις δυνάμεις της Ελισάβετ Α', κυκλοφόρησε, το 1590, ένα βιβλίο με το εξής πρωτοσέλιδα: Ταμερλάνος ο Μέγας. Ο οποίος, με τις πρωτοφανείς και θαυμαστές κατακτήσεις του, από Σκύθης βοσκός έγινε πανίσχυρος και κραταιός μονάρχης και (λόγω της τυραννίας του και του τρόμου που προκάλεσε στον πόλεμο) χαρακτηρίστηκε Μάστιγα του Θεού.. Μοιρασμένος σε δυό τραγικούς λόγους, όπως παραστάθηκε πλειστάκις στις σκηνές του Λονδίνου από τον θίασο του λόρδου Ναυάρχου. Ήταν το κείμενο ενός ποιητικού δράματος που είχε ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού, είχε ήδη γίνει σημείο αναφοράς για θεατές και δημιουργούς, και είχε ανεβάσει στα ύψη της διασημότητας τον εικοσάχρονο δημιουργό του, τον ποιητή Κρίστοφερ Μάρλοου.
Έχει σημασία το γεγονός της έκδοσης γιατί, ούτε λίγο ούτε πολύ, με το έργο αυτό ξεκινάει και αποκτά το χαρακτηριστικό στίγμα της μια χρυσή εποχή του παγκόσμιου θεάτρου, η ελισαβετιανή και ιακωβιανή περίοδος. Ο εκδότης του κειμένου, Ρίτσαρντ Τζόουνς, είχε απόλυτη επίγνωση ότι τυπώνει ένα έργο ήδη εξαιρετικά δημοφιλές, που προφανώς εξακολουθούσε να παίζεται στη σκηνή -μάλιστα όπως γράφει ο ίδιος στο σημείωμά του προς τους αναγνώστες, επέτρεψε στον εαυτό του να αφαιρέσει ορισμένα, κατά την ταπεινή του γνώμη, «ευήθη πεπραγμένα» άγνωστο αν ζητήθηκε η γνώμη του συγγραφέα, που άλλωστε, κατά τη συνήθεια της εποχής, το όνομά του απουσιάζει από το πρωτοσέλιδο, μολονότι πρόκειται για το μοναδικό έργο που πρόφτασε να δει τυπωμένο εν ζωή ο ποιητής.
Ο Ταμερλάνος ο Μέγας, πανηγυρικό εναρκτήριο σάλπισμα της χρυσής εποχής του ελισαβετιανού θεάτρου, παρουσιάζει μια ιδιοτυπία: στεγάζει δύο έργα κάτω από τον ίδιο τίτλο. Συγκεκριμένα, το ποιητικό δράμα που είχε αυτό τον τίτλο πρωτοπαρουσιάστηκε στη λονδρέζικη σκηνή από τον θίασο του λόρδου Ναυάρχου τους πρώτους μήνες του 1587. Ο Μάρλοου κατά πάσα πιθανότητα το έγραψε ενὼ βρισκόταν ακόμα στο Καίμπριτζ η επιτυχία του έργου ήταν τόσο μεγάλη που ο ποιητής, κάτοικος Λονδίνου στο μεταξύ, θεώρησε υποχρέωσή του να γράψει δεύτερο έργο, σαν συνέχεια του πρώτου, που ανεβάστηκε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, με εξίσου μεγάλη επιτυχία.
Παρόλο που το δράμα διατηρεί την αυτοτέλειά του, η διάθεση παραμένει η ίδια, και το δεύτερο έργο ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί μόνο του, αποτελεί καθρέφτη του πρώτου και φυσική εξέλιξή του. Έτσι, έχουμε σήμερα στα χέρια μας ένα ανοικονόμητο έργο δέκα πράξεων, που δεν έχει νόημα να παρασταθεί χωριστά, όπως είχε γίνει στον καιρό του, αλλά και είναι πραγματικός άθλος να παιχτεί ολόκληρο.
Οι πηγές από τις οποίες άντλησε υλικό ο Μάρλοου για τον Ταμερλάνο τον Μέγα ήταν πρώτα πρώτα οι Βυζαντινοί ιστορικοί. Εκτός από τις ιστορίες του Δούκα και του Φραντζή, που αποσπάσματά τους υπήρχαν διάσπαρτα στα παλαιότερα χρονικά, την εποχή του Μάρλοου είχε κυκλοφορήσει η λατινική μετάφραση ενός άλλου Βυζαντινού ιστορικού με άφθονο σχετικό υλικό, του Χαλκοκονδύλη, και μάλιστα υπήρχε προσιτό αντίτυπό της στη βιβλιοθήκη του Καίμπριτζ. Στην προεργασία του ποιητή για τον Ταμερλάνο συγκαταλέγονται και πολύ κατοπινότερα χρονικά και μαρτυρίες για τον βίο και τις κατακτήσεις του Τιμούρ, αλλά και ο απαραίτητος Σενέκας, που η απροσδόκητη απήχησή του στα πανεπιστήμια και η έντονη επίδρασή του στους νεαρούς ποιητές της εποχής τον κατατάσσουν στους άμεσους προδρόμους του ελισαβετιανού δράματος· οι δυο τραγωδίες του Σενέκα με ήρωα τον Ηρακλή, ο Ηρακλής μαινόμενος και ο Ηρακλής οιτεύς, πρέπει να θεωρούνται συγγενείς πρώτου βαθμού με τον Ταμερλάνο του Μάρλοου. Δεν μπορεί να ξέρει κανείς πως ήταν τα κατοπινά έργα που έγραψε ο ποιητής με ήρωες ιστορικά πρόσωπα του απώτατου παρελθόντος (τον Αννίβα και τον Ηλιογάβαλο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες), αλλά σ' ένα είδος που δεν θα ήταν άστοχο να το αποκαλέσουμε «βιογραφικό έπος» -κάτι που αντίστοιχο, χλομό αντίγραφό του θα μπορούσε να θεωρηθεί το σύγχρονο χολλυγουντιανό biopic.


Ο Εβραίος της Μάλτας
Ο Εβραίος της Μάλτας, του Μάρλοου, να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή πως επηρέασε τον Σαίξπηρ στη δημιουργία του πιο γνωστού Εμπόρου της Βενετίας. Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι γεννήθηκε ο Σάιλοκ, ένας χαρακτήρας που φέρει όλα τα γνωρίσματα που θα περίμενε κανείς και ιδιέταιρα το κοινό της εποχής που το έργο γράφτηκα. Ο Εβραίος του Σαίξπηρ προτιμά να δει την κόρη του νεκρή, παρά να τολμήσει να σκεφτεί πως θα χάσει τα πολύτιμα πετράδια που αυτή πήρε μαζί της, όταν το έσκασε με τον αγαπημένο της. Όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου τον μισούν. Οι ήρωες αυτοί τον βρίσκουν απεχθή, ασχημάτιστο, τερατόμορφο. Στο έργο κάπου εννέα συνολικά φορές τον συγκρίνουν με τον διάβολο.
Ο Μαλτέζος Εβραίος του Μάρλοου είναι έναν εκδικητικό ον. Εκδικείται τις αρχές και τους ανθρώπους για τα κακά που υπέστη, δεν έχει ιερό και όσιο, είναι δαιμόνιος. Αν και δεν μπορείς πάντα να διακρίνεις πάνω του την «σφραγίδα» του Εβραίου, φέρει οπωσδήποτε και μπορεί εύκολα να διακρίνει κανείς πάνω του πολλά από τα «παραδοσιακά» γνωρίσματα του τελευταίου: τη μακρυά μύτη, τη δύσοσμη αναπνοή, αλλά και την επαφή με τον Σατανά. Όπως μας λέει και ο ίδιος ο Εβραίος της Μάλτας στον περίφημο μονόλογό του: «Έξω περιφέρομαι τα βράδια/ και σκοτώνω αρρώστους που γρυλίζουν κολλημένοι στους τοίχους». Ο Μάρλοου εκτοξεύει τὸβ ήρωά του στην σφαίρα του εξωφρενικού προκαλώντας την μήνιν των εχθρών του: «Έτσι με φαντάζεστε; Έτσι θα είμαι!» μοιάζει να τους προκαλεί.

 

Ο μύθος του Δόκτορα Φάουστ
Στις μυθολογίες πολλών λαών, αλλά και στις λαϊκές τους παραδόσεις και στους θρύλους τους ανιχνεύονται προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες σχετικές με τα κακά πνεύματα και τον Διάβολο. Προλήψεις που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών μέχρι σήμερα. Μέσα σε αυτούς ανιχνεύει κανείς και τον θρύλο που έχει σαν κεντρικό του ήρωα τον άνθρωπο που πουλά την ψυχή του στον διάβολο υπογράφοντας με το αίμα του το συμβόλαιο αγοραπωλησίας.
Αυτή η παράδοση λοιπόν είναι που θέλει τον Φάουστ -έναν διάσημο λόγιο της Βυρτεμβέργης, να πουλά την ψυχή του στον Διάβολο με αντάλλαγμα αυτός να του προσφέρει τη γνώση και βέβαια την δύναμη, γιατί χωρίς δύναμη σκέφτεται ο λόγιος τι να την κάνεις την γνώση!! Ο άνθρωπός μας λοιπόν, αυτός δηλαδή που βρίσκεται πίσω από αυτόν τον μύθο είναι ο Ιωάννης Φάουστ που γεννήθηκε περίπου το 1480 στο Kundlingen της Γερμανίας και πέθανε το 1538. Αν και πολύ λίγα τεκμηριωμένα στοιχεία έχουμε για την ζωή του γιατί καθώς φαίνεται ο θρύλος και η αχλή του μύθου κάλυψαν εξολοκλήρου τη ζωής του και τα πεπραγμένα του.
Από τα στοιχεία που διαθέτουμε όμως, διαφαίνεται πως, ο πραγματικός Φάουστ δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά ένας αγύρτης, τυχοδιώκτης που αυτοπαρουσιαζόμενος ως Μάγιστρος Γεώργιος Σαμπέλικους Φάουστους Υιός, περιόδευε τις διάφορες μεγαλουπόλεις της Δυτικής Ευρώπης, εμφανίζοντας τον εαυτό του άλλοτε ως γιατρό, άλλοτε ως αστρονόμο. Αλλά σουλατσάριζε και στα διάφορα παλάτια, καθώς διάφοροι Γερμανοί πρίγκιπες τον καλούσαν δίνοντάς του καθόλου ευκαταφρόνητα ποσά, προκειμένου να τους χαράξει ένα ωροσκόπιο. Γνωρίζουμε πως ο Φάουστους πέθανε το 1540 στο Freiburg, πέφτοντας θύμα της ίδιας της αναζήτησής του, αφού μια αιφνίδια έκρηξη χημικών κατά τη διάρκεια ενός πειράματός του τον έστειλε στον άλλο κόσμο. Μόλις λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, και συγκεκριμένα το 1592, μεταφράστηκε στα αγγλικά το πρώτο έργο που είχε δημοσιευτεί στην Φραγκφούρτη με τίτλο, Η Ιστορία της Επάρατης Ζωής και του Αντάξιου της Θανάτου του Δόκτορος Ιωάννου Φάουστους. Το γερμανικό βιβλίο για τον Φάουστους διεκδικούσε στις διδακτικές δάφνες, τις θρεμμένες από τον χριστιανισμό των εκεί δογμάτων λες και τόσοι αιώνες παγανισμού και προλήψεων μπορούσαν να περάσουν στον βρόντο. Αλλά πάλι, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού μιλάμε για το 1592. Έτσι σκοπός του βιβλίου ήταν να καταπολεμήσει τις πρόστυχες συμφωνίες με τις ακάθαρτες δυνάμεις...




Η σφαγή των Παρισίων
Η σφαγή των Παρισίων ασχολείται με μια ιστορική περίοδο της Γαλλίας που είναι σύγχρονη του ποιητή, και αρχίζει με την σφαγή της νύχτας του αγίου Βαρθολομαίου το 1572 και τελειώνει με την πολιορκία των Παρισίων από τον Ερρίκο τον 3ο και τη δολοφονία του το 1589. Παρόμοια απόπειρα μεταφοράς σύγχρονων ιστορικών θεμάτων στη σκηνή δεν επαναλήφθηκαν ποτέ κατά την ελισαβετιανή περίοδο· μόνο η λεγόμενη «αστική τραγωδία» ασχολήθηκε με σύγχρονα γεγονότα, αλλά αποκλειστικά ιδιωτικής και αστυνομικής φύσεως.
Η σφαγή των Παρισίων υπήρξε δημοφιλέστατη στην εποχή της, και συχνά αναφερόταν με τον τίτλο The Guise (Ο Γκριζ), από το βασικό πρόσωπο του έργου, έναν από τους μεγάλους ρόλους του Edward Alleyn. Το πρόβλημα της χρονολόγησής του, ωστόσο, είναι δυσεπίλυτο, εφόσον η πρώτη έκδοση του έργου είναι αχρονολόγητη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα έγινε το 1602· παράστασή του αναφέρεται για πρώτη φορά μόλις τον Ιανουάριο του 1593, από το θίασο του λόρδου strange στο θέατρο Rose.
Το βασικό θέμα του έργου είναι η βία. Η αλήθεια είναι πως όλο το έργο του Μάρλοου είναι ουσιαστικά μια μελέτη βίας· ακόμα και η Γνώση στον Δόκτορα Φάουστους είναι μορφή βίας (κι αυτό, το έδειξε μοναδικά Grotorowski στην μοναδική παράστασή του.
Για την ιστορία να αναφέρουμε πως ο Μάρλοου δολοφονείται στις 30 Μαΐου του 1593. Δυο μήνες αργότερα ο Ερρίκος ο 4ος ο ηγέτης των Προτεσταντών, θα ασπαστεί τον καθολικισμό, και μπροστά στην Παναγία των Παρισίων θα ανακοινώσει, για να αναγραφεί στα ιστορικά χρονικά, πως η γαλλική πρωτεύουσα και η καθολική θεία λειτουργία είναι σχεδόν συνώνυμα. Το πραγματικό τέλος της Σφαγής των Παρισίων το γράφει με καγχασμούς η ίδια η Ιστορία, κλείνοντας σαρκαστικά το μάτι στο εμβρόντητο φάντασμα του Μάρλοου. 
 

John Heffernan στο ρόλο του βασιλιά Εδουάρδου και ο Edward, Kyle Soller στο ρόλο του Γκάβεστον. National Theatre, Olivier, Λονδίνο, 2013. Φωτογραφία: Johan Persson


ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΜΑΡΛΟΟΥ
1584: Γεννιέται στο Καντερμπέρι. Ήταν γιος ενός υποδηματοποιού. Την ίδια χρονιά γεννιούνται ο Σαίξπηρ και ο Γαλιλαίος.
1587: Παίρνει πτυχίο από το Corpus Christi College του Κέμπριτζ, όπου κατάφερε να σπουδάσει λαμβάνοντας μια υποτροφία. Γράφει, μαζί με τον Nashe, το Dido, queen of Carthage (Διδώ, η βασίλισσα της Καρθαγένης) – που είναι παρμένο από την Ενειάδα — για τον παιδικό Θίασο του παρεκκλησιού της βασιλικής οικογένειας.
1587-1588: Στην εποχή αυτή ανάγονται οι πρώτες του επαφές με τον κόσμο του επαγγελματικού θεάτρου. Συγκεκριμένα, η γέννηση των τιτάνιων ηρώων του μοιάζει να συνδέεται με τη συνάντηση με τον Edward Alleyn, τον νεαρό σφαγέα που ήταν σταρ στους Admiral’s Men. Την ίδια περίοδο γράφει τον Ταμερλάνο.
1588- 1589: Γράφει το Η τραγική ιστορία του Δόκτορα Φάουστ. Καθώς φαίνεται, εκτελεί ταυτόχρονα καθήκοντα κατασκοπείας για την κυβέρνηση, συναναστρεφόμενος ισχυρές προσωπικότητες, όπως είναι ο Sir Thomas Walsingham και ο Walter Raleigh που τον προστατεύουν.
1589: Γράφει τον Εβραίο τις Μάλτας.
1592: Γράφει το Edward the second, που έδωσε τροφή για τον Richard II του Shakespeare.
1593: Γράφει το The massacre at Paris (Η σφαγή των Παρισίων). Ο Thomas Kyd τον κατηγορεί για αθεϊσμό, αποδίδοντάς του ένα γραπτό που βρέθηκε στο σπίτι του. Αφού υφίσταται ανάκριση, αφήνεται ελεύθερος. Παρ’ όλα αυτά, συγκεντρώνονται στοιχεία για μια κατηγορία σχετική με τη συμπεριφορά του, που, σύμφωνα με κάποιους, δεν σεβόταν την ηθική της εποχής. Ενώ περιμένει τη διεξαγωγή της δίκης, δολοφονείται στο Λονδίνο, δεχόμενος μια μαχαιριά στη διάρκεια μιας συμπλοκής σε ταβέρνα.


Ο Samuel Collings ως Γκάβεστον, Chris New ως βασιλιάς Εδουάρδος (Royal Exchange Theatre). Φωτογραφία: Jonathan Keenan.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Θεατρικά
  • Dido, Queen of Carthage (1586) (παρέα με τον Thomas Nashe).
  • Tamburlaine the Great, part 1 (1587), 2η βερσιόν (1587–1588).
  • The Jew of Malta (1589).
  • The Tragical History of Doctor Faustus (1589 ή 1593).
  • Edward II (1592).
  • The Massacre at Paris (1593).
  • Το θεατρικό έργο Lust's Dominion αποδόθηκε αρχικά στον Μάρλοου, (αρχική δημοσίευση το 1657) φαίνεται πως μάλλον δεν είναι δικό του, αφού κριτικοί και μελετητές ομόφωνα απέρριψαν μια τέτοια εκδοχή. Πιθανότητες υπάρχουν να συνέγραψε το Arden of Faversham.
Ποίηση
  • Translation of Book One of Lucan's Pharsalia (χωρίς χρονολογία).
  • Ovid's Amores, μετάφραση (περ. 1580s).
  • "The Passionate Shepherd to His Love" (1593)
  • Hero and Leander (1593, ημιτελές πού συμπληρώθηκε από τον George Chapman, 1598)


 

Έργα του Κρίστοφερ Μάρλοου στα ελληνικά
  • Ταμερλάνος ο Μέγας μετ. Σεραφείμ Βελέντζας, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2006.
  • Δόκτωρ Φάουστους, μετ. Κλείτου Κύρου, Εκδόσεις Άγρα.
  • Ο Εβραίος τής Μάλτας, μετ. Σεραφείμ Βελέντζας, Εκδόσεις Άγρα.
  • Ο Εβραίος τής Μάλτας, μετ. Δαμιανάκου Βούλα, Εκδόσεις Επικαιρότητα.
  • Εδουάρδος Β' και Η σφαγή των Παρισίων, μετ. Σεραφείμ Βελέντζας, Εκδόσεις Άγρα.
  • Εδουάρδος Β', εισαγωγή μετάφραση Γιώργος Ορφανός, Εκδόσεις Ίριδος, Αθήνα 1981.


Πηγές

Πολύτιμη βοήθεια για το παρόν αφιέρωμα στον Κρίστοφερ Μάρλοου στάθηκαν οι μεταφράσεις των έργων του από τον Σεραφείμ Βελέντζας καθώς και τα εξαιρετικά εισαγωγικά του κείμενα σε αυτές που κυκλοφορούν από τις , Εκδόσεις Άγρα.


 
Εδουάρδος ΙΙ, αφίσα της παράστασης στο National Theatre, Olivier, Λονδίνο, 2013.

 
Εδουάρδος ΙΙ, αφίσα της ταινίας του Ντέρεκ Τζάρμαν.

Εδουάρδος ΙΙ, αφίσα της παράστασης στο National Theatre, Olivier, Λονδίνο, 2013.

 
Εδουάρδος ΙΙ, αφίσα της παράστασης στο The Preas Theatre 2006. Σκηνοθεσία Tal Lostracco.

Εδουάρδος ΙΙ, αφίσα της παράστασης στο Crucible Theater Sheffield, 2001.

Αγγλικό εξώφυλλο έκδοσης του Εδουάρδος ΙΙ,.